Εκκλησία-Κοινωνία: Διαχρονική ασυμφωνία χαρακτήρων

ΝΑΙ ΟΧΙτου Ι.Μ.Κονιδάρη*

Συμπληρώνεται εφέτος εκατονταετία από την επιβολή, από τον τότε Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο [Μινόπουλο] και την Ιερά Σύνοδο, του μεγάλου αφορισμού ή αναθέματος κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου. Εν όψει και των πρόσφατων αφοριστικών λόγων εκκλησιαστικών ταγών, σε ζητήματα μάλιστα που αφορούν καθαρώς κρατικές αρμοδιότητες και εφαρμογή ατομικών δικαιωμάτων, είναι ανάγκη να διερευνηθεί η διάσταση του σώματος της Ιεραρχίας με τις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις. Τούτο, κατά την άποψή μου, οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στον εγκιβωτισμό της διοικούσας Εκκλησίας στο σώμα της Ιεραρχίας, δηλαδή μόνον στους εν ενεργεία μητροπολίτες, και στην αποκοπή της από το εκλεγμένο λαϊκό στοιχείο που, παραδοσιακά, συμμετείχε στη διοίκηση της Εκκλησίας, υλοποιώντας άλλωστε τη

θεμελιώδη αρχή του εκκλησιαστικού πολιτεύματος, της ισοτιμίας κληρικών και λαϊκών ως μελών του σώματος του Χριστού, της όλης Εκκλησίας. Πράγματι, στο νεότερο ελληνικό κράτος σταθερή υπήρξε εξαρχής η συμμετοχή του αιρετού λαϊκού στοιχείου στη διοίκηση των ενοριών και κατ’ επέκταση στη διοίκηση του καθόλου εκκλησιαστικού οργανισμού. Η συμμετοχή των εκλεγμένων λαϊκών ρυθμίστηκε συστηματικά, αρχικώς με νόμους του 1910 και του 1923, που συμπλήρωσε και ολοκλήρωσε κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου τα έτη 1931 και 1932.

Την Ενορία διοικούσε πενταμελής Ενοριακή Επιτροπεία, τέσσερα μέλη της οποίας ήταν εκλεγμένοι λαϊκοί και το πέμπτο ο εκλεγμένος εφημέριος του ναού. Οι τέσσερις λαϊκοί εκλέγονταν κάθε τριετία, με μυστική ψηφοφορία, απευθείας από όλους τους ενορίτες, που είχαν δικαίωμα ψήφου.

Στο Μητροπολιτικό εξάλλου Συμβούλιο, εκτός από τα ex officio μέλη του, μετείχαν επίσης ένας αντιπρόσωπος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένας επίτροπος, που εκλέγονταν αντιστοίχως από το Δημοτικό Συμβούλιο και τις ενοριακές επιτροπείες όλων των ενοριών κάθε δήμου.

Η εκλογή, τέλος, των εφημερίων γινόταν με μυστική, με ψηφοδέλτια, ψηφοφορία από την Ενοριακή Συνέλευση, από το σύνολο δηλαδή των εκλογέων ενοριτών, μεταξύ των υποψηφίων, που είχε προηγουμένως ανακηρύξει ο οικείος μητροπολίτης.

Τη συμμετοχή των αιρετών λαϊκών μελών στη διοίκηση της Εκκλησίας αρχικώς περιόρισε και τελικώς κατήργησε η δικτατορία Μεταξά. Από το 1938 τα αιρετά μέλη περιορίζονται σε δύο, ενώ από το 1940 όλα τα λαϊκά μέλη διορίζονται πλέον από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, με πρόταση του μητροπολίτη, εφόσον βεβαίως «κέκτηνται πιστοποιητικόν κοινωνικών φρονημάτων»! Με το ίδιο νομοθέτημα κατελύθη και το δικαίωμα των ενοριτών να εκλέγουν τους εφημερίους τους και η επιλογή περιήλθε έκτοτε αποκλειστικώς στον επιχώριο μητροπολίτη.

Η ανώμαλη περίοδος που ακολούθησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εμφύλια σύρραξη, στην οποία η επίσημη Εκκλησία πήρε το μέρος της μιας πλευράς, αφενός μεν σφυρηλάτησε ακατάλυτους δεσμούς με τη νικήτρια παράταξη, αφετέρου δε έστειλε στις ελληνικές καλένδες κάθε συζήτηση για επαναφορά του εκλεγμένου λαϊκού στοιχείου στη διοίκηση της Εκκλησίας.

Με τον τρόπο αυτόν, η Εκκλησία της Ελλάδος συνιστά εξαίρεση μεταξύ των Ορθόδοξων Εκκλησιών. Ο χώρος δεν επιτρέπει ανάλυση του ζητήματος. Περιορίζομαι να διαπιστώσω ότι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συμμετοχή του αιρετού λαϊκού στοιχείου απαντά, σε διαφορετικά κατά περίπτωση επίπεδα, στα πατριαρχεία της Ρωσίας, της Σερβίας, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας και στις αυτοκέφαλες Εκκλησίες της Κύπρου, της Πολωνίας και της Αλβανίας.

Ο διαπρεπής καθηγητής του Κανονικού Δικαίου στη Θεολογική Σχολή Αθηνών Αμίλκας Αλιβιζάτος είχε, με παρρησία και σαφήνεια, διατυπώσει την εν προκειμένω θέση του, ήδη το 1949, σημειώνοντας ότι από τη δικτατορία Μεταξά «κατελύθη το δικαίωμα του λαού του εκλέγειν τους εφημερίους του», θα έπρεπε δε το «κανονικό» αυτό δικαίωμα «να επανέλθη το ταχύτερον, ακόμη και διά την εκλογήν των Αρχιερέων, επί αναζωογονήσει τού διά την Εκκλησίαν ενδιαφέροντος τού λαού».

Παρά ταύτα, και μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, ο Καταστατικός Χάρτης του 1977 ακολούθησε το σύστημα που καθιερώθηκε από τη δικτατορία Μεταξά. Μια προσπάθεια που ανελήφθη επί υπουργίας Τρίτση, με νόμο του 1987, για την επαναφορά εκλεγμένων λαϊκών στα εκκλησιαστικά και μητροπολιτικά συμβούλια, συνάντησε τη σφοδρή αντίσταση της Εκκλησίας και, με παρέμβαση του τότε πρωθυπουργού Α. Παπανδρέου, κατεπνίγη εν τη γενέσει της!

Είχε, όμως, στο μεταξύ προκαλέσει την επιβολή, από τη Σύνοδο της Ιεραρχίας, του μικρού, ευτυχώς αυτή τη φορά, αφορισμού ολόκληρου του ΔΣ του ΟΔΕΠ, που είχε διορίσει η κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Γ. Ανωμερίτη και μέλη διακεκριμένες προσωπικότητες, μεταξύ αυτών καθηγητής Θεολογικής Σχολής και ο αλησμόνητος παπα-Γιώργης Πυρουνάκης…

Ετσι, με κύρια ευθύνη της ποιμαίνουσας Εκκλησίας και ασφαλώς των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, που για λόγους ψηφοθηρικούς κάνουν τα στραβά μάτια, κυριολεκτικώς λησμονήθηκε το δικαίωμα του πιστού λαού να μετέχει στη διοίκηση της Εκκλησίας του, με κατάληξη λέγοντας «εκκλησία» να εννοούμε ή τον ναό ή τη διοίκηση της Εκκλησίας, δηλαδή το σύνολο των μητροπολιτών της. Και βεβαίως όλοι οι λαϊκοί, όπως και οι λοιποί κληρικοί, που μετέχουν στον εκκλησιαστικό οργανισμό, είναι πλέον, αμέσως ή εμμέσως, διορισμένοι από τους μητροπολίτες.

Με τον τρόπο αυτόν, το κλειστό σώμα των ογδόντα περίπου μητροπολιτών έχει στερηθεί τη ζωογόνο πνοή των εκλεγμένων λαϊκών, έχει εγκλωβισθεί στον στείρο δογματισμό, σε βαθμό που προσφάτως επιχείρησε να θέσει όρια στη διαδικτυακή πληροφόρηση και την κοινωνική δικτύωση των εφημερίων. Οι λιγοστοί δε φωτισμένοι αρχιερείς αναγκάζονται να σιωπούν, φοβούμενοι την μήνιν της συντηρητικής πλειονότητας της Ιεραρχίας και τη στοχοποίησή τους από τους ακραίους φονταμενταλιστές, που είναι δικτυωμένοι καταλλήλως με παρεκκλησιαστικά κυκλώματα…

Η «διοικούσα Εκκλησία» συνεχίζει πάντως, υπό προοδευτική ή συντηρητική, υπό δεξιά ή αριστερή κυβέρνηση αδιάφορο, ευνοούσης και της συγκυρίας, να τακτοποιεί τα θέματά της, κυρίως με τροπολογίες σε σχετικά ή άσχετα νομοθετήματα. Το αποδεικνύει περίτρανα σειρά ευνοϊκών ρυθμίσεων (προχείρως μέτρησα τουλάχιστον δώδεκα!) σε πρόσφατους νόμους, που αφορούν κυρίως την εκκλησιαστική περιουσία, ζήτημα στο οποίο θα χρειασθεί να επανέλθω…

*Ο κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης είναι ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s